ΔΕΠΥ ΕΝΗΛΙΚΩΝ

Όταν το «ξέρω τι πρέπει να κάνω» δεν σημαίνει πάντα «μπορώ να το κάνω».

Η ΔΕΠΥ στην ενήλικη ζωή δεν αφορά απλώς τη διάσπαση της προσοχής ή την υπερκινητικότητα. Μπορεί να επηρεάζει την οργάνωση, τη διαχείριση του χρόνου, την έναρξη και ολοκλήρωση εργασιών, τη μνήμη εργασίας, τον έλεγχο των παρορμήσεων και, συχνά, τη ρύθμιση του συναισθήματος.

Για πολλούς ενήλικες, οι δυσκολίες αυτές έχουν για χρόνια ερμηνευτεί ως «τεμπελιά», ασυνέπεια, έλλειψη πειθαρχίας ή αδυναμία χαρακτήρα. Η κατανόηση του τρόπου με τον οποίο λειτουργεί ο εγκέφαλος με ΔΕΠΥ μπορεί να αλλάξει ουσιαστικά τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζουμε αυτές τις δυσκολίες — μετακινώντας το ερώτημα από το «γιατί δεν προσπαθώ αρκετά;» στο «τι με δυσκολεύει και τι χρειάζομαι για να λειτουργήσω καλύτερα;»

Μια νευροψυχολογικά ενημερωμένη προσέγγιση

Η θεραπευτική μου προσέγγιση στη ΔΕΠΥ ενηλίκων είναι επηρεασμένη από την εκπαίδευσή μου στη Γνωστική Νευροψυχολογία και από την ερευνητική μου ενασχόληση με τη ΔΕΠΥ στην ενήλικη ζωή.

Αυτό σημαίνει ότι δεν αντιμετωπίζουμε τη ΔΕΠΥ ως μια απλή λίστα συμπτωμάτων. Εξετάζουμε το ατομικό γνωστικό και λειτουργικό προφίλ του ανθρώπου και τον τρόπο με τον οποίο δυσκολίες σε λειτουργίες όπως η προσοχή, η αναστολή, η μνήμη εργασίας, ο σχεδιασμός και η αυτορρύθμιση αλληλεπιδρούν με το περιβάλλον, τις απαιτήσεις της καθημερινότητας, τις πεποιθήσεις και τις στρατηγικές που έχει αναπτύξει στη διάρκεια της ζωής του.

Ο στόχος δεν είναι να προσπαθήσουμε να κάνουμε έναν εγκέφαλο με ΔΕΠΥ να λειτουργήσει σαν να μην έχει ΔΕΠΥ. Είναι να κατανοήσουμε πού ακριβώς δυσκολεύεται, πού λειτουργεί καλά και πώς μπορούμε να χτίσουμε αποτελεσματικότερες στρατηγικές γύρω από αυτό το συγκεκριμένο προφίλ.

Η ΔΕΠΥ σπάνια έρχεται μόνη της

Στην ενήλικη ζωή είναι συχνή η συνύπαρξη της ΔΕΠΥ με άλλες ψυχολογικές ή νευροαναπτυξιακές δυσκολίες. Μεταξύ αυτών μπορεί να βρίσκονται οι αγχώδεις και καταθλιπτικές διαταραχές, διαταραχές ύπνου, διαταραχές πρόσληψης τροφής ή δυσλειτουργικά μοτίβα διατροφής, χρήση ουσιών, καθώς και άλλες νευροαναπτυξιακές καταστάσεις, όπως ο αυτισμός.

Παράλληλα, ακόμη και όταν δεν υπάρχει δεύτερη διάγνωση, χρόνια βιώματα αποτυχίας, αναβλητικότητας, κριτικής ή προσπάθειας να ανταποκριθεί κάποιος σε απαιτήσεις που δεν ταιριάζουν στον τρόπο λειτουργίας του μπορούν να συνδέονται με χαμηλή αυτοεκτίμηση, έντονη αυτοκριτική, τελειοθηρία, αποφυγή και συναισθηματική εξάντληση.

Γι’ αυτό στη θεραπεία δεν αντιμετωπίζουμε μόνο τα «συμπτώματα της ΔΕΠΥ». Προσπαθούμε να κατανοήσουμε ολόκληρη την εικόνα του ανθρώπου και τις αλληλεπιδράσεις μεταξύ των δυσκολιών του.

ΔΕΠΥ στις γυναίκες

Ιδιαίτερο ερευνητικό μου ενδιαφέρον αποτελεί η εκδήλωση της ΔΕΠΥ στις γυναίκες.

Η ΔΕΠΥ μπορεί να μην παρουσιάζεται πάντοτε με την εικόνα που παραδοσιακά έχει συνδεθεί με τη διαταραχή. Σε αρκετές γυναίκες οι δυσκολίες μπορεί να είναι λιγότερο εμφανείς εξωτερικά ή να αντισταθμίζονται για χρόνια μέσω υπερπροσπάθειας, αυστηρής αυτοπειθαρχίας ή άλλων στρατηγικών προσαρμογής.

Έτσι, ορισμένες γυναίκες φτάνουν στην ενήλικη ζωή έχοντας ήδη αναπτύξει μια πολύ διαφορετική εξήγηση για τις δυσκολίες τους: «είμαι ανοργάνωτη», «είμαι υπερβολική», «δεν έχω πειθαρχία», «όλοι τα καταφέρνουν εκτός από εμένα».

Η αναγνώριση αυτών των μοτίβων δεν σημαίνει ότι κάθε τέτοια δυσκολία οφείλεται στη ΔΕΠΥ. Σημαίνει ότι χρειάζεται προσεκτική κατανόηση της συνολικής εικόνας, χωρίς να θεωρούμε δεδομένο ότι η ίδια κατάσταση εκδηλώνεται με τον ίδιο τρόπο σε όλους.

Πώς μπορούμε να δουλέψουμε θεραπευτικά

Η θεραπεία προσαρμόζεται στις ανάγκες και στους στόχους του κάθε ανθρώπου και μπορεί να αφορά, μεταξύ άλλων, την οργάνωση και τη διαχείριση χρόνου, την αναβλητικότητα και την έναρξη εργασιών, την ανάπτυξη λειτουργικών συστημάτων και στρατηγικών, τη συναισθηματική ρύθμιση και την παρορμητικότητα, τη διαχείριση άγχους και υπερφόρτωσης, την αυτοκριτική και την αυτοεκτίμηση, καθώς και τη σχέση με το φαγητό όταν αυτή συνδέεται με παρορμητικότητα ή συναισθηματική ρύθμιση.

Η θεραπευτική δουλειά δεν αποσκοπεί στην «εξάλειψη» της νευροδιαφορετικότητας. Στόχος είναι να δημιουργήσουμε καλύτερη κατανόηση του προσωπικού τρόπου λειτουργίας, αποτελεσματικότερες στρατηγικές και μια καθημερινότητα που απαιτεί λιγότερη συνεχή μάχη με τον ίδιο σου τον εαυτό.


Άγχος, στρες & υπερανάλυση

Το άγχος είναι ένας φυσιολογικός μηχανισμός που μας βοηθά να αναγνωρίζουμε και να ανταποκρινόμαστε σε πιθανές απειλές. Όταν όμως γίνεται επίμονο ή υπερβολικό, μπορεί να περιορίζει σημαντικά την καθημερινότητα και να εκδηλώνεται ως συνεχής ανησυχία, υπερανάλυση, σωματική ένταση, ανάγκη ελέγχου, τελειοθηρία, αποφυγή ή δυσκολία απέναντι στην αβεβαιότητα.

Στη θεραπεία δεν προσπαθούμε απλώς να «σταματήσουμε τις αρνητικές σκέψεις». Διερευνούμε τον προσωπικό κύκλο του άγχους: τι το πυροδοτεί, πώς ερμηνεύονται οι καταστάσεις και ποιες συμπεριφορές μπορεί, χωρίς να το αντιλαμβανόμαστε, να προσφέρουν προσωρινή ανακούφιση αλλά να συντηρούν το άγχος μακροπρόθεσμα.

Η θεραπευτική προσέγγιση προσαρμόζεται στις ανάγκες κάθε ανθρώπου και μπορεί να αξιοποιεί τεχνικές της Γνωστικής Νευροψυχολογίας Γνωσιακής Συμπεριφορικής Θεραπείας (CBT), Compassion Focused Therapy και, όπου ενδείκνυται, Κλινικής Υπνοθεραπείας.

Στόχος δεν είναι μια ζωή χωρίς άγχος. Είναι το άγχος να πάψει να αποφασίζει για τη ζωή σου.


Συναισθηματική Υπερφαγία & Σχέση με την Τροφή

Η σχέση με το φαγητό δεν καθορίζεται μόνο από την πείνα ή τη «δύναμη της θέλησης». Το φαγητό μπορεί να λειτουργεί ως τρόπος ανακούφισης, ανταμοιβής, διέγερσης ή ρύθμισης δύσκολων συναισθημάτων, δημιουργώντας έναν κύκλο υπερφαγίας, ενοχής και νέων προσπαθειών αυστηρού ελέγχου.
Στη θεραπεία διερευνούμε τι λειτουργία έχει το φαγητό για τον συγκεκριμένο άνθρωπο και ποιοι συναισθηματικοί, γνωστικοί και συμπεριφορικοί μηχανισμοί συντηρούν αυτόν τον κύκλο. Ιδιαίτερη σημασία μπορεί να έχουν η παρορμητικότητα, η δυσκολία συναισθηματικής ρύθμισης, η αυτοκριτική και η ΔΕΠΥ, η οποία συχνά συνδέεται με δυσκολίες στη ρύθμιση της διατροφικής συμπεριφοράς.
Η θεραπευτική δουλειά δεν βασίζεται σε δίαιτες, απαγορεύσεις ή περισσότερη αυτοπειθαρχία. Στόχος είναι η ανάπτυξη αποτελεσματικότερων τρόπων αυτορρύθμισης και μιας πιο ευέλικτης και λιγότερο συγκρουσιακής σχέσης με το φαγητό και τον εαυτό.


Κατάθλιψη & Καταθλιπτική Διάθεση

Η κατάθλιψη δεν είναι απλώς θλίψη ή «αρνητική σκέψη». Μπορεί να επηρεάζει τον τρόπο που ένας άνθρωπος σκέφτεται, αισθάνεται και λειτουργεί, μειώνοντας την ενέργεια, το ενδιαφέρον και την ευχαρίστηση και κάνοντας ακόμη και απλές καθημερινές δραστηριότητες να μοιάζουν δύσκολες. Συχνά συνοδεύεται από απόσυρση, έντονη αυτοκριτική, απαισιοδοξία, ενοχή ή την αίσθηση ότι τίποτα δεν πρόκειται να αλλάξει.

Στη θεραπεία προσπαθούμε να κατανοήσουμε τον προσωπικό κύκλο που δημιουργεί και συντηρεί την καταθλιπτική εμπειρία. Δουλεύουμε με τα μοτίβα σκέψης και συμπεριφοράς που ενισχύουν την απόσυρση και την αδράνεια, ενώ σταδιακά δημιουργούμε χώρο για περισσότερη ενεργοποίηση, σύνδεση και επαφή με όσα έχουν προσωπική αξία.

Η θεραπευτική προσέγγιση προσαρμόζεται στη βαρύτητα και στις ανάγκες κάθε ανθρώπου και, όταν χρειάζεται, μπορεί να λειτουργεί σε συνεργασία με ψυχίατρο ή άλλον επαγγελματία υγείας.

Η αλλαγή δεν χρειάζεται να ξεκινήσει με το να νιώσεις καλύτερα. Μερικές φορές ξεκινά με ένα μικρό βήμα, ακόμη κι όταν δεν το νιώθεις ακόμη.. 


Αυτοεκτίμηση, Αυτοκριτική & Τελειοθηρία

χαμηλή αυτοεκτίμηση συχνά δεν αφορά απλώς το πώς αισθανόμαστε για τον εαυτό μας, αλλά τον τρόπο με τον οποίο έχουμε μάθει να τον αξιολογούμε. Αυστηρά προσωπικά πρότυπα, συνεχείς συγκρίσεις, φόβος αποτυχίας ή απόρριψης και ένας έντονος εσωτερικός κριτής μπορούν να δημιουργούν την αίσθηση ότι πρέπει διαρκώς να αποδεικνύουμε την αξία μας.

Στη θεραπεία διερευνούμε τις βαθύτερες πεποιθήσεις και τα μοτίβα που συντηρούν την αυτοκριτική και την τελειοθηρία. Παράλληλα, δουλεύουμε πρακτικά πάνω στην αυτοσυμπόνια, τη διεκδικητική επικοινωνία, την οριοθέτηση και την έκφραση προσωπικών αναγκών, ώστε η αλλαγή να μη μένει μόνο στο επίπεδο της σκέψης αλλά να μεταφέρεται στις σχέσεις και στην καθημερινή ζωή.

Η προσέγγισή μου αξιοποιεί τη Γνωσιακή Συμπεριφορική Θεραπεία, καθώς και την εκπαίδευσή μου σε προσεγγίσεις και δεξιότητες που αφορούν την αυτοσυμπόνια και τη διεκδικητική επικοινωνία, προσαρμοσμένες στις ανάγκες κάθε ανθρώπου.

Στόχος δεν είναι να πιστεύουμε ότι είμαστε πάντα αρκετοί, δυνατοί ή «τέλειοι». Είναι να αναπτύξουμε μια πιο σταθερή σχέση με τον εαυτό μας, στην οποία η προσωπική μας αξία δεν εξαρτάται διαρκώς από την επίδοση, την αποδοχή των άλλων ή το αν κάναμε τα πάντα σωστά.

Θεραπεία Ζεύγους

Οι δυσκολίες σε μια σχέση σπάνια αφορούν μόνο το θέμα για το οποίο ξεκινά ένας καβγάς. Πίσω από επαναλαμβανόμενες συγκρούσεις μπορεί να βρίσκονται διαφορετικές ανάγκες, δυσκολίες στην επικοινωνία, παγιωμένοι τρόποι αντίδρασης, απομάκρυνση, απώλεια εμπιστοσύνης ή η αίσθηση ότι οι δύο σύντροφοι δεν καταφέρνουν πια να ακούσουν πραγματικά ο ένας τον άλλον.

Στη θεραπεία ζεύγους προσπαθούμε να κατανοήσουμε τα μοτίβα αλληλεπίδρασης που έχουν δημιουργηθεί στη σχέση, χωρίς η θεραπεία να μετατρέπεται σε αναζήτηση του «ποιος φταίει». Δουλεύουμε πάνω στην επικοινωνία, τη διαχείριση συγκρούσεων, τη διεκδικητική έκφραση αναγκών, τα όρια, τη συναισθηματική σύνδεση και την επίλυση προβλημάτων.

Στόχος είναι να δημιουργηθεί ένας ασφαλέστερος χώρος στον οποίο και οι δύο σύντροφοι μπορούν να κατανοήσουν καλύτερα τόσο τον εαυτό τους όσο και τη μεταξύ τους δυναμική και να πάρουν πιο συνειδητές αποφάσεις για τη σχέση τους. 

Οικογενειακή & Γονεϊκή Συμβουλευτική

Οι δυσκολίες μέσα στην οικογένεια συχνά δημιουργούν έναν κύκλο στον οποίο σκέψεις, συναισθήματα και συμπεριφορές αλληλοτροφοδοτούνται. Ένταση, συγκρούσεις, διαφορετικές προσδοκίες ή δυσκολίες στη συμπεριφορά ενός παιδιού μπορεί σταδιακά να οδηγούν σε τρόπους επικοινωνίας που εξαντλούν τόσο τους γονείς όσο και τα παιδιά.

Στη συμβουλευτική προσπαθούμε αρχικά να κατανοήσουμε τι συμβαίνει πίσω από τη συμπεριφορά και ποιοι παράγοντες μπορεί να τη συντηρούν. Στη συνέχεια δουλεύουμε πρακτικά πάνω στην επικοινωνία, τη θέσπιση σταθερών και κατάλληλων ορίων, τη διαχείριση συγκρούσεων, τη συναισθηματική ρύθμιση και την ενίσχυση περισσότερο λειτουργικών συμπεριφορών.

Ιδιαίτερη σημασία δίνω στην ψυχοεκπαίδευση των γονέων, ώστε να μπορούν να κατανοούν καλύτερα τις ανάγκες και τον τρόπο λειτουργίας του παιδιού τους. Ειδικά, όταν υπάρχει ΔΕΠΥ ή άλλη νευροαναπτυξιακή ιδιαιτερότητα, οι προσδοκίες και οι στρατηγικές χρειάζεται να προσαρμόζονται στις πραγματικές δυνατότητες και δυσκολίες του παιδιού — όχι απλώς να αυξάνεται η πίεση για συμμόρφωση.

Στόχος δεν είναι ο «τέλειος γονιός» ή το «υπάκουο παιδί», αλλά η ανάπτυξη μιας πιο ασφαλούς, κατανοητικής και λειτουργικής σχέσης, μέσα στην οποία μπορούν να υπάρχουν και όρια και σύνδεση.